Άλλο να γνωρίζεις και άλλο να νομίζεις ότι γνωρίζεις.
Το πρόβλημα έγκειται στο ότι αυτοί που νομίζουν ότι γνωρίζουν δεν το γνωρίζουν ότι νομίζουν.
Είναι βέβαιοι ότι γνωρίζουν.
Το χειρότερο είναι ότι η βεβαιότητα τους δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από ότι η αβεβαιότητα αυτών που γνωρίζουν.
Εγώ πάντως είμαι φαν της αβεβαιότητας...

Τετάρτη, 7 Απριλίου 2010

Στα Χακί (Προς τη Μονάδα)

Αυτή η ανάρτηση είναι συνέχεια από τις παρακάτω διηγήσεις:


Η τοποθέτηση μου σε μονάδα της παραμεθορίου είχε έρθει όπως επιθυμούσα: στην Κω. Όσο είσαι νεοσύλλεκτος στο κέντρο εκπαίδευσης η μονάδα αρχίζει και παίρνει μυθικές διαστάσεις. Όλο για αυτή ακούς από έφεδρους ή μόνιμους. Στο κάτω κάτω θα περάσεις εκεί τουλάχιστον 9 μήνες (τότε η θητεία ήταν 18) οπότε μετράει και το παραμικρό σε αυτή. Το Α και το Ω σε μία μονάδα είναι ο διοικητής της. Άμα ξέρεις για αυτόν ξέρεις και πως θα πάει η παραμονή σου εκεί. Δεν είχα καθόλου πληροφορίες (καλύτερα - άμα ήξερα όσα έμαθα θα ζητούσα να πάω αλλού ενώ τελικά όλα πήγαν καλά) αλλά μου αρκούσε που πήγαινα καλοκαίρι σε τουριστικό νησί και είχα και μία γνωστή εκεί.


Από το κέντρο εκπαίδευσης εκδίδεται ομαδικό φύλλο πορείας προς τις μονάδες τοποθέτησης και όλοι μαζί με συνοδεία αξιωματικού παίρνουν τον δρόμο τον μακρύ. Ήταν καλοκαίρι του 2000 και η θερμοκρασία το μεσημέρι έφτανε τους 38-40 βαθμούς. Η μετάβαση από Θήβα προς Πειραιά θα γινόταν με τρένο και ενώ η απόσταση με λεωφορείο  είναι το πολύ μία ώρα κάναμε πάνω από πέντε! Ήμασταν στριμωγμένοι με τα πράγματα σε μικρό χώρο και το τρένο ξεκίναγε και σταμάταγε συνεχώς  για άγνωστο (σε εμάς) λόγο. Η ζέστη και η καθυστέρηση δημιούργησε έναν έντονο εκνευρισμό έκδηλο στον καθένα. Επιπλέον άρχισε και η ανησυχία μήπως δεν προλάβουμε το πλοίο. Τηλεφώνησα στους δικούς μου να μου φέρουν κάτι στο λιμάνι το οποίο χρειαζόμουν (δεν μπορώ να θυμηθώ τι).

Ο τερματικός σταθμός του τρένου ήταν στην άλλη άκρη του λιμανιού από όπου ήταν δεμένο το πλοίο και θα έπρεπε να περπατήσουμε προς τα εκεί και μάλιστα σε ταχύ ρυθμό για να προλάβουμε κουβαλώντας τις αποσκευές μας στα χέρια με τον ήλιο στο απόγειο. Από το άγχος μου είχε αρχίσει να με ενοχλεί το στομάχι μου και άρχισα να ανακατεύομαι. Επιπλέον δεν μπορούσα να συννενοηθώ σωστά με την μάνα μου στο τηλέφωνο για το που θα με βρουν και ένα άλλο παιδί σχεδόν λιποθύμησε από την κούραση και μοιραστήκαμε τα πράγματα του. Όταν κατάφερα να βρω τους δικούς μου, ήμουν σαν καζάνι που το νερό από το βράσιμο είναι έτοιμο να ξεχυλίσει. Κάτι άσχετο μου είπε η μάνα μου και πάνω στον εκνευρισμό μου την έβρισα για πρώτη φορά στη ζωή μου...



Προλάβαμε στο παρά πέντε. Το πλοίο ήταν γεμάτο Έλληνες και αλλοδαπούς που ταξιδεύαν προς τα νησιά και με τις στολές ξεχωρίζαμε σαν την μύγα στο γάλα.  Βρήκα ένα σημείο στο σαλόνι να ξαποστάσω και να αφήσω τα πράγματα μου και ελάχιστα μετακινήθηκα από εκεί καθόλη τη διάρκεια του ταξιδιού. Οι περισσότεροι πιτσιρικάδες με πλεόνασμα ενέργειας και διάθεση παιχνιδιού προσπαθούσαν να πιάσουν φιλίες με τις τουρίστριες. Στις διπλανές θέσεις στο σαλόνι ήταν μια παρέα εντυπωσιακών Ελληνίδων ηλικίας 25-30 ελαφρά ενοχλημένες από την παρουσία μας. Μία από αυτές διάβαζε κάποιο βιβλίο του Κούντερα και περίμενα πότε θα βαρεθεί την ανάγνωση για να της το ζητήσω και να περάσει και η δική μου ώρα. Όταν έγινε αυτό με κοίταξε με έκπληξη σαν να ήταν αδιανόητο ένας φαντάρος να διαβάσει Κούντερα. Μετά από κανά δίωρο εντατικής ανάγνωσης ένιωσα να κλείνουν τα μάτια μου αλλά η στάση μου δεν ευνοούσε την παράδοση στον Μορφέα και μιας και στον στρατό ρίχνεις πολλές από τις αναστολές σου αποφάσισα να βάλω τα πόδια μου πάνω στο τραπεζάκι έχοντας απλώσει από κάτω μία εφημερίδα για να μην λερώσω και να δείξω και μια κουλτούρα σαβουάρ-εντορμίρ (το ρ παχύ στη πγοφογά ε;)...

Όταν φτάνεις σε περιμένουν στρατονόμοι και μερικοί άλλοι φαντάροι από τη μονάδα σου (ο οδηγός και κάποιος παλιός) και όλοι μαζί παίζουν ένα μικρό παιχνίδι εντυπώσεων και εκφοβισμού στο μεγαλύτερο πλαίσιο του "ψαρώματος" μπροστά στο άγνωστο της μονάδας. Μας είχαν προειδοποιήσει να μην χάσουμε το πηλίκιο μας, γιατί συνήθως είναι η καλύτερη αφορμή για να σε αρχίσουν στην κατσάδα. Το είχα συνεχώς κατά νου. Το φέρυ έπιασε στο λιμάνι της Κω κάπου στις 3 με 4 το πρωϊ. Αρπάξαμε ο καθένας τα πράγματα του και μπήκαμε στην ουρά της σκάλας προς την έξοδο. Έχοντας κατέβει λίγα σκαλιά μέσα στο συνωστισμό παρατηρώ ότι λείπει το πηλίκιο μου και χωρίς να μπορώ να ανακαλέσω από τη μνήμη τη τελευταία φορά που το είδα. Κοιτώντας προς τα πίσω αντιλαμβάνομαι ότι το να ξεκινήσω το ψάξιμο είναι ανέφικτο καθώς υπήρχαν τουλάχιστον 100 άτομα στιμωγμένα πίσω μου. Χαλάστηκα αρκετά γιατί συνήθως είμαι πολύ προσεκτικός και δεν υποπίπτω σε τέτοια λάθη. Έσφιξα τα δόντια και την καρδιά και αποφάσισα να αποδεχτώ τις συνέπειες. 

Μετά από είκοσι λεπτά με μισή ώρα καταφέραμε να συγκεντρωθούμε στην αποβάθρα. Το σκοτάδι ήταν πυκνό και η υγρασία αφόρητη. Η αγωνία μας κορυφωνόταν. Στοιχηθήκαμε και άρχισε η επιθεώρηση προς τους στρατονόμους. Είπαν το τροπάριο τους όσο καλύτερα μπορούσαν. Στην πρώτη σειρά υπήρχε ο πρώτος εύκολος στόχος: κάποιος χωρίς πηλίκιο. Το κατσάδιασμα ξεκίνησε: αλαλαγμοί για το εθνόσημο, περί τιμής και πατρίδας, περί Τούρκων και άλλα γραφικά. Στον δεύτερο ακολούθησαν τα ίδια με αλλαγμένη σειρά. 


Λίγο πιο πίσω στην εξωτερική μεριά ήμουν εγώ και περίμενα. Μέσα μου είχε μαζευτεί όλη η ένταση από τη στιγμή που ξεκίνησε η μεταφορά από τη Θήβα: σαν κάποιος με το δάχτυλο στη σκανδάλη που έχει διανύσει τα 3/4 της διαδρομής της πριν την πυροδότηηση και την εκτίναξη της σφαίρας. Ο στρατονόμος ήρθε προς το μέρος μου ζεσταμένος από την προπόνηση. Αλλά η απουσία πηλικίου (και σημαντικής ποσότητας μαλλιών) έκανε αντιληπτή γρήγορα την ηλικία μου. Στη φάτσα μου ήταν ζωγραφισμένη η ένταση μου και του έκοψε τη φόρα. Αρκέστηκε στο να πει:

- ΚΑΙ ΕΣΥ ΧΩΡΙΣ ΠΗΛΙΚΙΟ;

Εκείνη τη στιγμή βγήκε από μέσα μου μόνο μία λέξη χωρίς καμία έκπληξη στο νόημα της αλλά με το εκρηκτικό αντίστοιχο μίας χειροβομβίδας στον τόνο της:

- ΜΑΛΙΣΤΑ.

Ήταν τόσο αποφασιστικός ο κραυγασμός μου που ένιωσα ότι έσχισε την πυκνότητα του σκοταδιού σαν μαχαίρι που κόβει το βούτηρο για εκατοντάδες μέτρα. Ο στρατονόμος έκανε ένα βήμα πίσω σαν να ήθελε να προστατευτεί. Για λίγα δευτερόλεπτα επικράτησε ο ήχος μόνο της θάλασσας που τόσο γλυκά ακούγεται τις βραδυνές ώρες. Γύρισε και έδωσε εντολή να φύγουμε.

Η διαδρομή με τα REO μου φάνηκε μεγάλη ίσως λόγω της μικρής ταχύτητας και της κούρασης. Όταν φτάσαμε στη μονάδα διαπίστωσα και ένα μπλέξιμο με το σακ-βουαγιάζ μου. Είχα κάποιου άλλου. Συγχήστηκα πολύ γιατί το τελυταίο που ήθελα ήταν να χάσω τα πράγματα μου. Μετά από κάποια μικρή φασαρία βρήκα έναν μικρό Κριτικό που είχε το δικό μου και εγώ το δικό του και έγινε η ανταλλαγή. Μας έβαλαν να κοιμηθούμε για κανά δίωρο σε ένα θάλαμο μέχρι να σηκωθεί όλη η μονάδα στο πόδι το πρωϊ και να ξεκινήσουν οι διαδικασίες παρουσίασης. Την έπεσα με τα ρούχα πάνω από τα σεντόνια σε ένα άδειο κρεβάτι που βρήκα και έκλεισα τα μάτια μου. Το πρωϊ με ξύπνησε κάποιος φαντάρος της μονάδας με απειλητική διάθεση για να μου πει ότι αυτό είναι το κρεβάτι του. Σηκώθηκα γρήγορα μην έχοντας διάθεση να μπω σε κανένα διάλογο. Προφανώς εκείνη τη στιγμή μια ομάδα φαντάρων της μονάδας επέστρεφε από υπηρεσία (σκοπιά/περίπολο) και για αυτό μερικά κρεβάτια ήταν άδεια. Βγαίνοντας από τον θάλαμο άκουσα έναν από αυτούς να φωνάζει:

- Ήρθαν οι νέοι; Που είναι; Θέλω να δω τον ΓΙΟ μου!

Εκείνη τη στιγμή παρουσιάστηκα εγώ μπροστά τους, ταλαιπωρημένος και στραβοξυπνημένος. Μετά από μερικές στιγμές παρατηρώντας με, οι υπόλοιποι της ομάδας του είπαν:

- Ποιος γιος σου ρε μα@@κα! Αυτός είναι ο ΠΑΤΕΡΑΣ σου!

...του μπι κοντίνιουντ!

2 πειραματίστηκαν:

Skouliki είπε...

τι καλα ρε συ που δνε παμε εμεις στρατο
ασε που ειμαι και υπερ της καταργησης αλλα παμε σε αλλο μεγαο θεμα τωρα

φιλια καλησπερα

Mistirios είπε...

@Skouliki

Το περίεργο είναι ότι μερικές φορές τα αναπολώ με μελαγχολία...

(Εντάξει, κλείνω ραντεβού στον ψυχίατρο)

Φιλιά!

Δημοσίευση σχολίου

Πειραματίσου: